Conjugation of αξιολογώ
a.ksi.o.loˈɣoαποτιμώ την αξία ή τη σημασία (ανθρώπου, πράγματος, διαδικασίας κ.λπ.) με τρόπο αντικειμενικό και συγκριτικό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αξιολογώ |
| εσύ | αξιολογείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογεί |
| εμείς | αξιολογούμε |
| εσείς | αξιολογείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογούν |
Παρατατικός
| εγώ | αξιολογούσα |
| εσύ | αξιολογούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογούσε |
| εμείς | αξιολογούσαμε |
| εσείς | αξιολογούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αξιολόγησα |
| εσύ | αξιολόγησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολόγησε |
| εμείς | αξιολογήσαμε |
| εσείς | αξιολογήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολόγησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αξιολογήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αξιολογήσω |
| εσύ | αξιολογήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογήσει |
| εμείς | αξιολογήσουμε |
| εσείς | αξιολογήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αξιολογείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αξιολόγησε |
| εσείς | αξιολογήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αξιολογήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αξιολογούμαι |
| εσύ | αξιολογείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογείται |
| εμείς | αξιολογούμαστε |
| εσείς | αξιολογείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογούνταν |
| εμείς | αξιολογούμασταν |
| εσείς | [αξιολογούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αξιολογήθηκα |
| εσύ | αξιολογήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογήθηκε |
| εμείς | αξιολογηθήκαμε |
| εσείς | αξιολογηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αξιολογηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αξιολογηθώ |
| εσύ | αξιολογηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αξιολογηθεί |
| εμείς | αξιολογηθούμε |
| εσείς | αξιολογηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αξιολογηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αξιολογείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αξιολογήσου |
| εσείς | αξιολογηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αξιολογηθεί |