HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αξίζω — definition

Conjugation of αξίζω

Regular CEFR B2
aˈksi.zo

έχω τη συγκεκριμένη τιμή, τη συγκεκριμένη αξία, κοστίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αξίζω
εσύ αξίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αξίζει
εμείς αξίζουμε
εσείς αξίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αξίζουν
Παρατατικός
εγώ άξιζα
εσύ άξιζες
αυτός / αυτή / αυτό άξιζε
εμείς αξίζαμε
εσείς αξίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άξιζαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αξίζω
εσύ θα αξίζεις
αυτός / αυτή / αυτό θα αξίζει
εμείς θα αξίζουμε
εσείς θα αξίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αξίζουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άξιζε
εσείς αξίζετε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary