HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανυψώνω — definition

Conjugation of ανυψώνω

Regular CEFR B1
a.niˈpso.no

ανεβάζω κάποιον ή κάτι ψηλά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανυψώνω
εσύ ανυψώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανυψώνει
εμείς ανυψώνουμε
εσείς ανυψώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανυψώνουν
Παρατατικός
εγώ ανύψωνα
εσύ ανύψωνες
αυτός / αυτή / αυτό ανύψωνε
εμείς ανυψώναμε
εσείς ανυψώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανύψωναν
Αόριστος
εγώ ανύψωσα
εσύ ανύψωσες
αυτός / αυτή / αυτό ανύψωσε
εμείς ανυψώσαμε
εσείς ανυψώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανύψωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανυψώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανυψώσω
εσύ ανυψώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανυψώσει
εμείς ανυψώσουμε
εσείς ανυψώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανυψώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανύψωνε
εσείς ανυψώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανύψωσε
εσείς ανυψώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανυψώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανυψώνομαι
εσύ ανυψώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανυψώνεται
εμείς ανυψωνόμαστε
εσείς ανυψώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανυψώνονται
Παρατατικός
εγώ ανυψωνόμουν
εσύ ανυψωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανυψωνόταν
εμείς ανυψωνόμασταν
εσείς ανυψωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανυψώνονταν
Αόριστος
εγώ ανυψώθηκα
εσύ ανυψώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανυψώθηκε
εμείς ανυψωθήκαμε
εσείς ανυψωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανυψώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανυψωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανυψωθώ
εσύ ανυψωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανυψωθεί
εμείς ανυψωθούμε
εσείς ανυψωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανυψωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανυψώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανυψώσου
εσείς ανυψωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανυψωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary