HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αντλώ — definition

Conjugation of αντλώ

Regular CEFR B1
andˈlo

βγάζω με κάποιο τρόπο (π.χ. με μια αντλία) ένα υγρό από ένα δοχείο ή μια δεξαμενή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αντλώ
εσύ αντλείς
αυτός / αυτή / αυτό αντλεί
εμείς αντλούμε
εσείς αντλείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αντλούν
Παρατατικός
εγώ αντλούσα
εσύ αντλούσες
αυτός / αυτή / αυτό αντλούσε
εμείς αντλούσαμε
εσείς αντλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντλούσαν
Αόριστος
εγώ άντλησα
εσύ άντλησες
αυτός / αυτή / αυτό άντλησε
εμείς αντλήσαμε
εσείς αντλήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άντλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντλήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αντλήσω
εσύ αντλήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αντλήσει
εμείς αντλήσουμε
εσείς αντλήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αντλήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αντλείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άντλησε
εσείς αντλήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αντλήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αντλούμαι
εσύ αντλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αντλείται
εμείς αντλούμαστε
εσείς αντλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αντλούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αντλούνταν
εμείς αντλούμασταν
εσείς [αντλούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αντλούνταν
Αόριστος
εγώ αντλήθηκα
εσύ αντλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αντλήθηκε
εμείς αντληθήκαμε
εσείς αντληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αντληθώ
εσύ αντληθείς
αυτός / αυτή / αυτό αντληθεί
εμείς αντληθούμε
εσείς αντληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αντληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αντλείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αντλήσου
εσείς αντληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αντληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary