Conjugation of αντλώ
andˈloβγάζω με κάποιο τρόπο (π.χ. με μια αντλία) ένα υγρό από ένα δοχείο ή μια δεξαμενή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αντλώ |
| εσύ | αντλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντλεί |
| εμείς | αντλούμε |
| εσείς | αντλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντλούν |
Παρατατικός
| εγώ | αντλούσα |
| εσύ | αντλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντλούσε |
| εμείς | αντλούσαμε |
| εσείς | αντλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | άντλησα |
| εσύ | άντλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άντλησε |
| εμείς | αντλήσαμε |
| εσείς | αντλήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άντλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αντλήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αντλήσω |
| εσύ | αντλήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντλήσει |
| εμείς | αντλήσουμε |
| εσείς | αντλήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντλήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αντλείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άντλησε |
| εσείς | αντλήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αντλήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αντλούμαι |
| εσύ | αντλείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντλείται |
| εμείς | αντλούμαστε |
| εσείς | αντλείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντλούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αντλούνταν |
| εμείς | αντλούμασταν |
| εσείς | [αντλούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντλούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αντλήθηκα |
| εσύ | αντλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντλήθηκε |
| εμείς | αντληθήκαμε |
| εσείς | αντληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αντληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αντληθώ |
| εσύ | αντληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντληθεί |
| εμείς | αντληθούμε |
| εσείς | αντληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αντλείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αντλήσου |
| εσείς | αντληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αντληθεί |