HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αντιφάσκω — definition

Conjugation of αντιφάσκω

Regular CEFR B2
an.diˈfa.sko

λέω κάτι που είναι εντελώς αντίθετο από αυτό που είπα πριν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αντιφάσκω
εσύ αντιφάσκεις
αυτός / αυτή / αυτό αντιφάσκει
εμείς αντιφάσκουμε
εσείς αντιφάσκετε
αυτοί / αυτές / αυτά αντιφάσκουν
Παρατατικός
εγώ αντέφασκα
εσύ αντέφασκες
αυτός / αυτή / αυτό αντέφασκε
εμείς αντιφάσκαμε
εσείς αντιφάσκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντέφασκαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αντιφάσκω
εσύ θα αντιφάσκεις
αυτός / αυτή / αυτό θα αντιφάσκει
εμείς θα αντιφάσκουμε
εσείς θα αντιφάσκετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αντιφάσκουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αντιφάσκετε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary