HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αντιδρώ — definition

Conjugation of αντιδρώ

Regular CEFR C2
an.diˈðɾo

τηρώ αρνητική θέση, ενεργώ με αντίθετο τρόπο, εκφράζω την αντίθεσή μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αντιδρώ
εσύ αντιδράς
αυτός / αυτή / αυτό αντιδρά
εμείς αντιδρούμε
εσείς αντιδράτε
αυτοί / αυτές / αυτά αντιδρούν
Παρατατικός
εγώ αντιδρούσα
εσύ αντιδρούσες
αυτός / αυτή / αυτό αντιδρούσε
εμείς αντιδρούσαμε
εσείς αντιδρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντιδρούσαν
Αόριστος
εγώ αντέδρασα
εσύ αντέδρασες
αυτός / αυτή / αυτό αντέδρασε
εμείς αντιδράσαμε
εσείς αντιδράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντέδρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αντιδράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αντιδράσω
εσύ αντιδράσεις
αυτός / αυτή / αυτό αντιδράσει
εμείς αντιδράσουμε
εσείς αντιδράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αντιδράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αντιδράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αντίδρασε
εσείς αντιδράστε
Απαρέμφατο αορίστου
αντιδράσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary