Conjugation of αντιγράφω
an.diˈɣra.foγράφω κοιτάζοντας παράνομα το κείμενο κάποιου άλλου ή κάποιο βιβλίο ή κάποιο σκονάκι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αντιγράφω |
| εσύ | αντιγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντιγράφει |
| εμείς | αντιγράφουμε |
| εσείς | αντιγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντιγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | αντέγραφα |
| εσύ | αντέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντέγραφε |
| εμείς | αντιγράφαμε |
| εσείς | αντιγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | αντέγραψα |
| εσύ | αντέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντέγραψε |
| εμείς | αντιγράψαμε |
| εσείς | αντιγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αντιγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αντιγράψω |
| εσύ | αντιγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντιγράψει |
| εμείς | αντιγράψουμε |
| εσείς | αντιγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντιγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αντίγραφε |
| εσείς | αντιγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αντίγραψε |
| εσείς | αντιγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αντιγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αντιγράφομαι |
| εσύ | αντιγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντιγράφεται |
| εμείς | αντιγραφόμαστε |
| εσείς | αντιγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντιγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | αντιγραφόμουν |
| εσύ | αντιγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντιγραφόταν |
| εμείς | αντιγραφόμασταν |
| εσείς | αντιγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντιγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | αντιγράφτηκα |
| εσύ | αντιγράφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντιγράφτηκε |
| εμείς | αντιγραφτήκαμε |
| εσείς | αντιγραφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντιγράφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αντιγραφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αντιγραφτώ |
| εσύ | αντιγραφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντιγραφτεί |
| εμείς | αντιγραφτούμε |
| εσείς | αντιγραφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντιγραφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αντιγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αντιγράψου |
| εσείς | αντιγραφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αντιγραφτεί |