Conjugation of αντηχώ
an.diˈxoπαράγω έναν δυνατό ήχο που ακούγεται σε μια μεγάλη έκταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αντηχώ |
| εσύ | αντηχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντηχεί |
| εμείς | αντηχούμε |
| εσείς | αντηχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντηχούν |
Παρατατικός
| εγώ | αντηχούσα |
| εσύ | αντηχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντηχούσε |
| εμείς | αντηχούσαμε |
| εσείς | αντηχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντηχούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αντήχησα |
| εσύ | αντήχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντήχησε |
| εμείς | αντηχήσαμε |
| εσείς | αντηχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντήχησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αντηχήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αντηχήσω |
| εσύ | αντηχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντηχήσει |
| εμείς | αντηχήσουμε |
| εσείς | αντηχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντηχήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αντηχείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αντήχησε |
| εσείς | αντηχήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αντηχήσει |