HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανταμώνω — definition

Conjugation of ανταμώνω

Regular CEFR B2
an.daˈmo.no

συναντώ κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανταμώνω
εσύ ανταμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανταμώνει
εμείς ανταμώνουμε
εσείς ανταμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμώνουν
Παρατατικός
εγώ αντάμωνα
εσύ αντάμωνες
αυτός / αυτή / αυτό αντάμωνε
εμείς ανταμώναμε
εσείς ανταμώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντάμωναν
Αόριστος
εγώ αντάμωσα
εσύ αντάμωσες
αυτός / αυτή / αυτό αντάμωσε
εμείς ανταμώσαμε
εσείς ανταμώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντάμωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταμώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανταμώσω
εσύ ανταμώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανταμώσει
εμείς ανταμώσουμε
εσείς ανταμώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αντάμωνε
εσείς ανταμώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αντάμωσε
εσείς ανταμώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανταμώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανταμώνομαι
εσύ ανταμώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανταμώνεται
εμείς ανταμωνόμαστε
εσείς ανταμώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμώνονται
Παρατατικός
εγώ ανταμωνόμουν
εσύ ανταμωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανταμωνόταν
εμείς ανταμωνόμασταν
εσείς ανταμωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμώνονταν
Αόριστος
εγώ ανταμώθηκα
εσύ ανταμώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανταμώθηκε
εμείς ανταμωθήκαμε
εσείς ανταμωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταμωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανταμωθώ
εσύ ανταμωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανταμωθεί
εμείς ανταμωθούμε
εσείς ανταμωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανταμώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανταμώσου
εσείς ανταμωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανταμωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary