HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανταμείβω — definition

Conjugation of ανταμείβω

Regular CEFR B2
an.daˈmi.vo

αμείβω κάποιον σε ανταπόδοση κάποιας προσφοράς του ή υπηρεσίας του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανταμείβω
εσύ ανταμείβεις
αυτός / αυτή / αυτό ανταμείβει
εμείς ανταμείβουμε
εσείς ανταμείβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμείβουν
Παρατατικός
εγώ αντάμειβα
εσύ αντάμειβες
αυτός / αυτή / αυτό αντάμειβε
εμείς ανταμείβαμε
εσείς ανταμείβατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντάμειβαν
Αόριστος
εγώ αντάμειψα
εσύ αντάμειψες
αυτός / αυτή / αυτό αντάμειψε
εμείς ανταμείψαμε
εσείς ανταμείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά αντάμειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταμείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανταμείψω
εσύ ανταμείψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανταμείψει
εμείς ανταμείψουμε
εσείς ανταμείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αντάμειβε
εσείς ανταμείβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αντάμειψε
εσείς ανταμείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανταμείψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανταμείβομαι
εσύ ανταμείβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανταμείβεται
εμείς ανταμειβόμαστε
εσείς ανταμείβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμείβονται
Παρατατικός
εγώ ανταμειβόμουν
εσύ ανταμειβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανταμειβόταν
εμείς ανταμειβόμασταν
εσείς ανταμειβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμείβονταν
Αόριστος
εγώ ανταμείφτηκα
εσύ ανταμείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανταμείφτηκε
εμείς ανταμειφτήκαμε
εσείς ανταμειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμείφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανταμειφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανταμειφτώ
εσύ ανταμειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό ανταμειφτεί
εμείς ανταμειφτούμε
εσείς ανταμειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανταμειφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανταμείβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανταμείψου
εσείς ανταμειφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανταμειφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary