Conjugation of ανταμείβω
an.daˈmi.voαμείβω κάποιον σε ανταπόδοση κάποιας προσφοράς του ή υπηρεσίας του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανταμείβω |
| εσύ | ανταμείβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανταμείβει |
| εμείς | ανταμείβουμε |
| εσείς | ανταμείβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανταμείβουν |
Παρατατικός
| εγώ | αντάμειβα |
| εσύ | αντάμειβες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντάμειβε |
| εμείς | ανταμείβαμε |
| εσείς | ανταμείβατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντάμειβαν |
Αόριστος
| εγώ | αντάμειψα |
| εσύ | αντάμειψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αντάμειψε |
| εμείς | ανταμείψαμε |
| εσείς | ανταμείψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αντάμειψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανταμείψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανταμείψω |
| εσύ | ανταμείψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανταμείψει |
| εμείς | ανταμείψουμε |
| εσείς | ανταμείψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανταμείψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αντάμειβε |
| εσείς | ανταμείβετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αντάμειψε |
| εσείς | ανταμείψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανταμείψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανταμείβομαι |
| εσύ | ανταμείβεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανταμείβεται |
| εμείς | ανταμειβόμαστε |
| εσείς | ανταμείβεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανταμείβονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανταμειβόμουν |
| εσύ | ανταμειβόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανταμειβόταν |
| εμείς | ανταμειβόμασταν |
| εσείς | ανταμειβόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανταμείβονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανταμείφτηκα |
| εσύ | ανταμείφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανταμείφτηκε |
| εμείς | ανταμειφτήκαμε |
| εσείς | ανταμειφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανταμείφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανταμειφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανταμειφτώ |
| εσύ | ανταμειφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανταμειφτεί |
| εμείς | ανταμειφτούμε |
| εσείς | ανταμειφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανταμειφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανταμείβεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανταμείψου |
| εσείς | ανταμειφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανταμειφτεί |