Conjugation of ανοσταίνω
a.noˈste.noκάνω κάτι άνοστο, το κάνω να χάσει τη γεύση του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανοσταίνω (ανοστίζω →) |
| εσύ | ανοσταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοσταίνει |
| εμείς | ανοσταίνουμε |
| εσείς | ανοσταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοσταίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανόσταινα |
| εσύ | ανόσταινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανόσταινε |
| εμείς | ανοσταίναμε |
| εσείς | ανοσταίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανόσταιναν |
Αόριστος
| εγώ | ανόστυνα |
| εσύ | ανόστυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανόστυνε |
| εμείς | ανοστύναμε |
| εσείς | ανοστύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανόστυναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανοστύνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανοστύνω |
| εσύ | ανοστύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανοστύνει |
| εμείς | ανοστύνουμε |
| εσείς | ανοστύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανοστύνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανόσταινε |
| εσείς | ανοσταίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανόστυνε |
| εσείς | ανοστύντε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανοστύνει |