HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανοσταίνω — definition

Conjugation of ανοσταίνω

Regular CEFR B2
a.noˈste.no

κάνω κάτι άνοστο, το κάνω να χάσει τη γεύση του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανοσταίνω (ανοστίζω →)
εσύ ανοσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανοσταίνει
εμείς ανοσταίνουμε
εσείς ανοσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοσταίνουν
Παρατατικός
εγώ ανόσταινα
εσύ ανόσταινες
αυτός / αυτή / αυτό ανόσταινε
εμείς ανοσταίναμε
εσείς ανοσταίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανόσταιναν
Αόριστος
εγώ ανόστυνα
εσύ ανόστυνες
αυτός / αυτή / αυτό ανόστυνε
εμείς ανοστύναμε
εσείς ανοστύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανόστυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανοστύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανοστύνω
εσύ ανοστύνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανοστύνει
εμείς ανοστύνουμε
εσείς ανοστύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανοστύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανόσταινε
εσείς ανοσταίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανόστυνε
εσείς ανοστύντε
Απαρέμφατο αορίστου
ανοστύνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary