HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανορθώνω — definition

Conjugation of ανορθώνω

Regular CEFR B2
a.noɾˈθo.no

σηκώνω κάτι και το τοποθετώ σε όρθια θέση ή στάση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανορθώνω
εσύ ανορθώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανορθώνει
εμείς ανορθώνουμε
εσείς ανορθώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανορθώνουν
Παρατατικός
εγώ ανόρθωνα
εσύ ανόρθωνες
αυτός / αυτή / αυτό ανόρθωνε
εμείς ανορθώναμε
εσείς ανορθώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανόρθωναν
Αόριστος
εγώ ανόρθωσα
εσύ ανόρθωσες
αυτός / αυτή / αυτό ανόρθωσε
εμείς ανορθώσαμε
εσείς ανορθώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανόρθωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανορθώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανορθώσω
εσύ ανορθώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανορθώσει
εμείς ανορθώσουμε
εσείς ανορθώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανορθώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανόρθωνε
εσείς ανορθώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανόρθωσε
εσείς ανορθώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανορθώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανορθώνομαι
εσύ ανορθώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανορθώνεται
εμείς ανορθωνόμαστε
εσείς ανορθώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανορθώνονται
Παρατατικός
εγώ ανορθωνόμουν
εσύ ανορθωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανορθωνόταν
εμείς ανορθωνόμασταν
εσείς ανορθωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανορθώνονταν
Αόριστος
εγώ ανορθώθηκα
εσύ ανορθώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανορθώθηκε
εμείς ανορθωθήκαμε
εσείς ανορθωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανορθώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανορθωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανορθωθώ
εσύ ανορθωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανορθωθεί
εμείς ανορθωθούμε
εσείς ανορθωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανορθωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανορθώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανορθώσου
εσείς ανορθωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανορθωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary