Conjugation of ανορθώνω
a.noɾˈθo.noσηκώνω κάτι και το τοποθετώ σε όρθια θέση ή στάση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανορθώνω |
| εσύ | ανορθώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανορθώνει |
| εμείς | ανορθώνουμε |
| εσείς | ανορθώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανορθώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανόρθωνα |
| εσύ | ανόρθωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανόρθωνε |
| εμείς | ανορθώναμε |
| εσείς | ανορθώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανόρθωναν |
Αόριστος
| εγώ | ανόρθωσα |
| εσύ | ανόρθωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανόρθωσε |
| εμείς | ανορθώσαμε |
| εσείς | ανορθώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανόρθωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανορθώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανορθώσω |
| εσύ | ανορθώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανορθώσει |
| εμείς | ανορθώσουμε |
| εσείς | ανορθώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανορθώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανόρθωνε |
| εσείς | ανορθώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανόρθωσε |
| εσείς | ανορθώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανορθώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανορθώνομαι |
| εσύ | ανορθώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανορθώνεται |
| εμείς | ανορθωνόμαστε |
| εσείς | ανορθώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανορθώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανορθωνόμουν |
| εσύ | ανορθωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανορθωνόταν |
| εμείς | ανορθωνόμασταν |
| εσείς | ανορθωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανορθώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανορθώθηκα |
| εσύ | ανορθώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανορθώθηκε |
| εμείς | ανορθωθήκαμε |
| εσείς | ανορθωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανορθώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανορθωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανορθωθώ |
| εσύ | ανορθωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανορθωθεί |
| εμείς | ανορθωθούμε |
| εσείς | ανορθωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανορθωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανορθώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανορθώσου |
| εσείς | ανορθωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανορθωθεί |