HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανιδρύω — definition

Conjugation of ανιδρύω

Regular CEFR B1
a.ni.ˈðri.o

ανοικοδομώ, ιδρύω, συστήνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανιδρύω
εσύ ανιδρύεις
αυτός / αυτή / αυτό ανιδρύει
εμείς ανιδρύουμε
εσείς ανιδρύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανιδρύουν
Παρατατικός
εγώ ανίδρυα
εσύ ανίδρυες
αυτός / αυτή / αυτό ανίδρυε
εμείς ανιδρύαμε
εσείς ανιδρύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανίδρυαν
Αόριστος
εγώ ανίδρυσα
εσύ ανίδρυσες
αυτός / αυτή / αυτό ανίδρυσε
εμείς ανιδρύσαμε
εσείς ανιδρύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανίδρυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανιδρύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανιδρύσω
εσύ ανιδρύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανιδρύσει
εμείς ανιδρύσουμε
εσείς ανιδρύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανιδρύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανίδρυε
εσείς ανιδρύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανίδρυσε
εσείς ανιδρύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανιδρύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανιδρύομαι
εσύ ανιδρύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανιδρύεται
εμείς ανιδρυόμαστε
εσείς ανιδρύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανιδρύονται
Παρατατικός
εγώ ανιδρυόμουν
εσύ ανιδρυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανιδρυόταν
εμείς ανιδρυόμασταν
εσείς ανιδρυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανιδρύονταν
Αόριστος
εγώ ανιδρύθηκα
εσύ ανιδρύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανιδρύθηκε
εμείς ανιδρυθήκαμε
εσείς ανιδρυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανιδρύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανιδρυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανιδρυθώ
εσύ ανιδρυθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανιδρυθεί
εμείς ανιδρυθούμε
εσείς ανιδρυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανιδρυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανιδρύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανιδρύσου
εσείς ανιδρυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανιδρυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary