HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανθρωπεύω — definition

Conjugation of ανθρωπεύω

Regular CEFR B2
an.θɾoˈpe.vo

εξανθρωπίζομαι, γίνομαι άνθρωπος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανθρωπεύω
εσύ ανθρωπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ανθρωπεύει
εμείς ανθρωπεύουμε
εσείς ανθρωπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρωπεύουν
Παρατατικός
εγώ ανθρώπευα
εσύ ανθρώπευες
αυτός / αυτή / αυτό ανθρώπευε
εμείς ανθρωπεύαμε
εσείς ανθρωπεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρώπευαν
Αόριστος
εγώ ανθρώπεψα
εσύ ανθρώπεψες
αυτός / αυτή / αυτό ανθρώπεψε
εμείς ανθρωπέψαμε
εσείς ανθρωπέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρώπεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανθρωπέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανθρωπέψω
εσύ ανθρωπέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανθρωπέψει
εμείς ανθρωπέψουμε
εσείς ανθρωπέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρωπέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανθρώπευε
εσείς ανθρωπεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανθρώπεψε
εσείς ανθρωπέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανθρωπέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανθρωπεύομαι
εσύ ανθρωπεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανθρωπεύεται
εμείς ανθρωπευόμαστε
εσείς ανθρωπεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρωπεύονται
Παρατατικός
εγώ ανθρωπευόμουν
εσύ ανθρωπευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανθρωπευόταν
εμείς ανθρωπευόμασταν
εσείς ανθρωπευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρωπεύονταν
Αόριστος
εγώ ανθρωπεύτηκα
εσύ ανθρωπεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανθρωπεύτηκε
εμείς ανθρωπευτήκαμε
εσείς ανθρωπευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρωπεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανθρωπευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανθρωπευτώ
εσύ ανθρωπευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ανθρωπευτεί
εμείς ανθρωπευτούμε
εσείς ανθρωπευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθρωπευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανθρωπεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανθρωπέψου
εσείς ανθρωπευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανθρωπευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary