HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανθίζω — definition

Conjugation of ανθίζω

Regular CEFR B1
anˈθi.zo

ομορφαίνω, αναπτύσσομαι, ακμάζω, φτάνω στην καλύτερη εποχή μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανθίζω
εσύ ανθίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ανθίζει
εμείς ανθίζουμε
εσείς ανθίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθίζουν
Παρατατικός
εγώ άνθιζα
εσύ άνθιζες
αυτός / αυτή / αυτό άνθιζε
εμείς ανθίζαμε
εσείς ανθίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άνθιζαν
Αόριστος
εγώ άνθισα
εσύ άνθισες
αυτός / αυτή / αυτό άνθισε
εμείς ανθίσαμε
εσείς ανθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άνθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανθίσω
εσύ ανθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανθίσει
εμείς ανθίσουμε
εσείς ανθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άνθιζε
εσείς ανθίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άνθισε
εσείς ανθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανθίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary