HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανευρίσκω — definition

Conjugation of ανευρίσκω

Regular CEFR B2
a.neˈvɾi.sko

βρίσκω κάτι που έχει χαθεί ή κάτι που μέχρι τώρα ήταν άγνωστο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανευρίσκω
εσύ ανευρίσκεις
αυτός / αυτή / αυτό ανευρίσκει
εμείς ανευρίσκουμε
εσείς ανευρίσκετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανευρίσκουν
Παρατατικός
εγώ ανεύρισκα
εσύ ανεύρισκες
αυτός / αυτή / αυτό ανεύρισκε
εμείς ανευρίσκαμε
εσείς ανευρίσκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεύρισκαν
Αόριστος
εγώ ανηύρα
εσύ ανηύρες
αυτός / αυτή / αυτό ανηύρε
εμείς ανηύραμε
εσείς ανηύρατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανηύραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανεύρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανεύρω
εσύ ανεύρεις
αυτός / αυτή / αυτό ανεύρει
εμείς ανεύρουμε
εσείς ανεύρετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεύρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανεύρισκε
εσείς ανευρίσκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ανεύρετε
Απαρέμφατο αορίστου
ανεύρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανευρίσκομαι
εσύ ανευρίσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανευρίσκεται
εμείς ανευρισκόμαστε
εσείς ανευρίσκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανευρίσκονται
Παρατατικός
εγώ ανευρισκόμουν
εσύ ανευρισκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανευρισκόταν
εμείς ανευρισκόμασταν
εσείς ανευρισκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανευρίσκονταν
Αόριστος
εγώ ανευρέθηκα
εσύ ανευρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανευρέθηκε
εμείς ανευρεθήκαμε
εσείς ανευρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανευρέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανευρεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανευρεθώ
εσύ ανευρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανευρεθεί
εμείς ανευρεθούμε
εσείς ανευρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανευρεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανευρίσκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ανευρεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανευρεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary