HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανελκύω — definition

Conjugation of ανελκύω

Regular CEFR B1
a.nelˈci.o

ελκύω προς τα πάνω, ανασύρω, ανεβάζω ναυάγιο από το βυθό, σύρω έξω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανελκύω
εσύ ανελκύεις
αυτός / αυτή / αυτό ανελκύει
εμείς ανελκύουμε
εσείς ανελκύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανελκύουν
Παρατατικός
εγώ ανέλκυα
εσύ ανέλκυες
αυτός / αυτή / αυτό ανέλκυε
εμείς ανελκύαμε
εσείς ανελκύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέλκυαν
Αόριστος
εγώ ανέλκυσα
εσύ ανέλκυσες
αυτός / αυτή / αυτό ανέλκυσε
εμείς ανελκύσαμε
εσείς ανελκύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέλκυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανελκύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανελκύσω
εσύ ανελκύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανελκύσει
εμείς ανελκύσουμε
εσείς ανελκύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανελκύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανέλκυε
εσείς ανελκύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανέλκυσε
εσείς ανελκύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανελκύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανελκύομαι
εσύ ανελκύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανελκύεται
εμείς ανελκυόμαστε
εσείς ανελκύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανελκύονται
Παρατατικός
εγώ ανελκυόμουν
εσύ ανελκυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανελκυόταν
εμείς ανελκυόμασταν
εσείς ανελκυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανελκύονταν
Αόριστος
εγώ ανελκύστηκα
εσύ ανελκύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανελκύστηκε
εμείς ανελκυστήκαμε
εσείς ανελκυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανελκύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανελκυστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανελκυστώ
εσύ ανελκυστείς
αυτός / αυτή / αυτό ανελκυστεί
εμείς ανελκυστούμε
εσείς ανελκυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανελκυστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανελκύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανελκύσου
εσείς ανελκυστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανελκυστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary