HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανδρώνω — definition

Conjugation of ανδρώνω

Regular CEFR B1
anˈðɾo.no

κάνω κάποιον άντρα ή έναν άνθωπο γυναίκα, παιδί, ή και μια ολόκληρη γενιά να ωριμάσει, να μάθει τη ζωή, να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανδρώνω
εσύ ανδρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανδρώνει
εμείς ανδρώνουμε
εσείς ανδρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανδρώνουν
Παρατατικός
εγώ άνδρωνα
εσύ άνδρωνες
αυτός / αυτή / αυτό άνδρωνε
εμείς ανδρώναμε
εσείς ανδρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά άνδρωναν
Αόριστος
εγώ άνδρωσα
εσύ άνδρωσες
αυτός / αυτή / αυτό άνδρωσε
εμείς ανδρώσαμε
εσείς ανδρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άνδρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανδρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανδρώσω
εσύ ανδρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανδρώσει
εμείς ανδρώσουμε
εσείς ανδρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανδρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άνδρωνε
εσείς ανδρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άνδρωσε
εσείς ανδρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανδρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανδρώνομαι
εσύ ανδρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανδρώνεται
εμείς ανδρωνόμαστε
εσείς ανδρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανδρώνονται
Παρατατικός
εγώ ανδρωνόμουν
εσύ ανδρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανδρωνόταν
εμείς ανδρωνόμασταν
εσείς ανδρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανδρώνονταν
Αόριστος
εγώ ανδρώθηκα
εσύ ανδρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανδρώθηκε
εμείς ανδρωθήκαμε
εσείς ανδρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανδρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανδρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανδρωθώ
εσύ ανδρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανδρωθεί
εμείς ανδρωθούμε
εσείς ανδρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανδρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανδρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανδρώσου
εσείς ανδρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανδρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary