Conjugation of ανδρώνω
anˈðɾo.noκάνω κάποιον άντρα ή έναν άνθωπο γυναίκα, παιδί, ή και μια ολόκληρη γενιά να ωριμάσει, να μάθει τη ζωή, να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανδρώνω |
| εσύ | ανδρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανδρώνει |
| εμείς | ανδρώνουμε |
| εσείς | ανδρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανδρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | άνδρωνα |
| εσύ | άνδρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άνδρωνε |
| εμείς | ανδρώναμε |
| εσείς | ανδρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άνδρωναν |
Αόριστος
| εγώ | άνδρωσα |
| εσύ | άνδρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άνδρωσε |
| εμείς | ανδρώσαμε |
| εσείς | ανδρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άνδρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανδρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανδρώσω |
| εσύ | ανδρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανδρώσει |
| εμείς | ανδρώσουμε |
| εσείς | ανδρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανδρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άνδρωνε |
| εσείς | ανδρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άνδρωσε |
| εσείς | ανδρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανδρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανδρώνομαι |
| εσύ | ανδρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανδρώνεται |
| εμείς | ανδρωνόμαστε |
| εσείς | ανδρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανδρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανδρωνόμουν |
| εσύ | ανδρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανδρωνόταν |
| εμείς | ανδρωνόμασταν |
| εσείς | ανδρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανδρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανδρώθηκα |
| εσύ | ανδρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανδρώθηκε |
| εμείς | ανδρωθήκαμε |
| εσείς | ανδρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανδρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανδρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανδρωθώ |
| εσύ | ανδρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανδρωθεί |
| εμείς | ανδρωθούμε |
| εσείς | ανδρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανδρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανδρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανδρώσου |
| εσείς | ανδρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανδρωθεί |