Conjugation of αναχωρώ
a.na.xoˈɾoφεύγω (από ένα μέρος για να εκτελέσω δρομολόγιο ή ταξίδι) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναχωρώ |
| εσύ | αναχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναχωρεί |
| εμείς | αναχωρούμε |
| εσείς | αναχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναχωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | αναχωρούσα |
| εσύ | αναχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναχωρούσε |
| εμείς | αναχωρούσαμε |
| εσείς | αναχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αναχώρησα |
| εσύ | αναχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναχώρησε |
| εμείς | αναχωρήσαμε |
| εσείς | αναχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναχωρήσω |
| εσύ | αναχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναχωρήσει |
| εμείς | αναχωρήσουμε |
| εσείς | αναχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναχώρησε |
| εσείς | αναχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναχωρήσει |