Conjugation of αναφυτεύω
a.na.fiˈte.voφυτεύω ξανά φυτά σε μια περιοχή που έχει χάσει τη βλάστησή της για διάφορους λόγους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναφυτεύω |
| εσύ | αναφυτεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφυτεύει |
| εμείς | αναφυτεύουμε |
| εσείς | αναφυτεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφυτεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | αναφύτευα |
| εσύ | αναφύτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφύτευε |
| εμείς | αναφυτεύαμε |
| εσείς | αναφυτεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφύτευαν |
Αόριστος
| εγώ | αναφύτευσα |
| εσύ | αναφύτευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφύτευσε |
| εμείς | αναφυτεύσαμε |
| εσείς | αναφυτεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφύτευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναφυτεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναφυτεύσω |
| εσύ | αναφυτεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφυτεύσει |
| εμείς | αναφυτεύσουμε |
| εσείς | αναφυτεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφυτεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αναφύτευε |
| εσείς | αναφυτεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναφύτευσε |
| εσείς | αναφυτεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναφυτεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναφυτεύομαι |
| εσύ | αναφυτεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφυτεύεται |
| εμείς | αναφυτευόμαστε |
| εσείς | αναφυτεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφυτεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | αναφυτευόμουν |
| εσύ | αναφυτευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφυτευόταν |
| εμείς | αναφυτευόμασταν |
| εσείς | αναφυτευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφυτεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | αναφυτεύθηκα |
| εσύ | αναφυτεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφυτεύθηκε |
| εμείς | αναφυτευθήκαμε |
| εσείς | αναφυτευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφυτεύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναφυτευθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναφυτευθώ |
| εσύ | αναφυτευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφυτευθεί |
| εμείς | αναφυτευθούμε |
| εσείς | αναφυτευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφυτευθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναφυτεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναφυτεύσου |
| εσείς | αναφυτευθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναφυτευθεί |