Conjugation of αναφέρω
a.naˈfe.ɾoανακοινώνω γραπτά ή προφορικά κάτι σε ανώτερό μου σχετικά με εργασία, υπηρεσία ή ευθύνη που έχω αναλάβει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναφέρω |
| εσύ | αναφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφέρει |
| εμείς | αναφέρουμε |
| εσείς | αναφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφέρουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέφερα |
| εσύ | ανέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέφερε |
| εμείς | αναφέραμε |
| εσείς | αναφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέφεραν |
Αόριστος
| εγώ | ανέφερα |
| εσύ | ανέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέφερε |
| εμείς | αναφέραμε |
| εσείς | αναφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέφεραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναφέρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναφέρω |
| εσύ | αναφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφέρει |
| εμείς | αναφέρουμε |
| εσείς | αναφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφέρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάφερε |
| εσείς | αναφέρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάφερε |
| εσείς | αναφέρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναφέρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναφέρομαι |
| εσύ | αναφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφέρεται |
| εμείς | αναφερόμαστε |
| εσείς | αναφέρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφέρονται |
Παρατατικός
| εγώ | αναφερόμουν |
| εσύ | αναφερόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφερόταν |
| εμείς | αναφερόμασταν |
| εσείς | αναφερόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφέρονταν |
Αόριστος
| εγώ | αναφέρθηκα |
| εσύ | αναφέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφέρθηκε |
| εμείς | αναφερθήκαμε |
| εσείς | αναφερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφέρθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναφερθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναφερθώ |
| εσύ | αναφερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναφερθεί |
| εμείς | αναφερθούμε |
| εσείς | αναφερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναφερθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναφέρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναφέρσου |
| εσείς | αναφερθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναφερθεί |