Conjugation of ανατιμώ
a.na.tiˈmoανεβάζω την τιμή, την αυξάνω, κάνω ανατίμηση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανατιμώ |
| εσύ | ανατιμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατιμά |
| εμείς | ανατιμούμε |
| εσείς | ανατιμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατιμούν |
Παρατατικός
| εγώ | ανατιμούσα |
| εσύ | ανατιμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατιμούσε |
| εμείς | ανατιμούσαμε |
| εσείς | ανατιμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατιμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ανατίμησα |
| εσύ | ανατίμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατίμησε |
| εμείς | ανατιμήσαμε |
| εσείς | ανατιμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατίμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανατιμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανατιμήσω |
| εσύ | ανατιμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατιμήσει |
| εμείς | ανατιμήσουμε |
| εσείς | ανατιμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατιμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανατιμάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανατίμησε |
| εσείς | ανατιμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανατιμήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανατιμώμαι |
| εσύ | ανατιμάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατιμάται |
| εμείς | ανατιμόμαστε |
| εσείς | ανατιμάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατιμώνται |
Αόριστος
| εγώ | ανατιμήθηκα |
| εσύ | ανατιμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατιμήθηκε |
| εμείς | ανατιμηθήκαμε |
| εσείς | ανατιμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατιμήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανατιμηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανατιμηθώ |
| εσύ | ανατιμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατιμηθεί |
| εμείς | ανατιμηθούμε |
| εσείς | ανατιμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατιμηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανατιμήσου |
| εσείς | ανατιμηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανατιμηθεί |