HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανατιμώ — definition

Conjugation of ανατιμώ

Regular CEFR B1
a.na.tiˈmo

ανεβάζω την τιμή, την αυξάνω, κάνω ανατίμηση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατιμώ
εσύ ανατιμάς
αυτός / αυτή / αυτό ανατιμά
εμείς ανατιμούμε
εσείς ανατιμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατιμούν
Παρατατικός
εγώ ανατιμούσα
εσύ ανατιμούσες
αυτός / αυτή / αυτό ανατιμούσε
εμείς ανατιμούσαμε
εσείς ανατιμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατιμούσαν
Αόριστος
εγώ ανατίμησα
εσύ ανατίμησες
αυτός / αυτή / αυτό ανατίμησε
εμείς ανατιμήσαμε
εσείς ανατιμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατίμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατιμήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανατιμήσω
εσύ ανατιμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατιμήσει
εμείς ανατιμήσουμε
εσείς ανατιμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατιμήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανατιμάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανατίμησε
εσείς ανατιμήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανατιμήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατιμώμαι
εσύ ανατιμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανατιμάται
εμείς ανατιμόμαστε
εσείς ανατιμάστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατιμώνται
Αόριστος
εγώ ανατιμήθηκα
εσύ ανατιμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανατιμήθηκε
εμείς ανατιμηθήκαμε
εσείς ανατιμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατιμήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατιμηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανατιμηθώ
εσύ ανατιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανατιμηθεί
εμείς ανατιμηθούμε
εσείς ανατιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατιμηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανατιμήσου
εσείς ανατιμηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανατιμηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary