Conjugation of ανασυνδέω
συνδέω ξανά, φέρνω μαζί δύο πράγματα και τα ενώνω πάλι ή τα ξαναφέρνω σε επαφή Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασυνδέω |
| εσύ | ανασυνδέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνδέει |
| εμείς | ανασυνδέουμε |
| εσείς | ανασυνδέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνδέουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανασυνέδεα |
| εσύ | ανασυνέδεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνέδεε |
| εμείς | ανασυνδέαμε |
| εσείς | ανασυνδέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνέδεαν |
Αόριστος
| εγώ | ανασυνέδεσα |
| εσύ | ανασυνέδεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνέδεσε |
| εμείς | ανασυνδέσαμε |
| εσείς | ανασυνδέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνέδεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανασυνδέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανασυνδέσω |
| εσύ | ανασυνδέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνδέσει |
| εμείς | ανασυνδέσουμε |
| εσείς | ανασυνδέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνδέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανασύνδεε |
| εσείς | ανασυνδέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανασύνδεσε |
| εσείς | ανασυνδέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανασυνδέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασυνδέομαι |
| εσύ | ανασυνδέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνδέεται |
| εμείς | ανασυνδεόμαστε |
| εσείς | ανασυνδέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνδέονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανασυνδεόμουν |
| εσύ | ανασυνδεόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνδεόταν |
| εμείς | ανασυνδεόμασταν |
| εσείς | ανασυνδεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνδέονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανασυνδέθηκα |
| εσύ | ανασυνδέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνδέθηκε |
| εμείς | ανασυνδεθήκαμε |
| εσείς | ανασυνδεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνδέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανασυνδεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανασυνδεθώ |
| εσύ | ανασυνδεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασυνδεθεί |
| εμείς | ανασυνδεθούμε |
| εσείς | ανασυνδεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασυνδεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανασυνδέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανασυνδέσου |
| εσείς | ανασυνδεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανασυνδεθεί |