Conjugation of ανασταίνω
a.naˈste.noπαρακολουθώ τη λειτουργία της Ανάστασης τα μεσάνυχτα Μεγάλου Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασταίνω |
| εσύ | ανασταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασταίνει |
| εμείς | ανασταίνουμε |
| εσείς | ανασταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασταίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανάσταινα |
| εσύ | ανάσταινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάσταινε |
| εμείς | ανασταίναμε |
| εσείς | ανασταίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάσταιναν |
Αόριστος
| εγώ | ανάστησα |
| εσύ | ανάστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάστησε |
| εμείς | αναστήσαμε |
| εσείς | αναστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάστησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναστήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναστήσω |
| εσύ | αναστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστήσει |
| εμείς | αναστήσουμε |
| εσείς | αναστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάσταινε |
| εσείς | ανασταίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάστησε |
| εσείς | αναστήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναστήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασταίνομαι |
| εσύ | ανασταίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασταίνεται |
| εμείς | ανασταινόμαστε |
| εσείς | ανασταίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασταίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανασταινόμουν |
| εσύ | ανασταινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασταινόταν |
| εμείς | ανασταινόμασταν |
| εσείς | ανασταινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασταίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αναστήθηκα |
| εσύ | αναστήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστήθηκε |
| εμείς | αναστηθήκαμε |
| εσείς | αναστηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναστηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναστηθώ |
| εσύ | αναστηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστηθεί |
| εμείς | αναστηθούμε |
| εσείς | αναστηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανασταίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναστήσου |
| εσείς | αναστηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναστηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.