Conjugation of ανασκευάζω
a.nas.ceˈva.zoαντικρούω τα επιχειρήματα υπέρ αντίθετης άποψης, αποδεικνύω ότι δεν ευσταθούν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασκευάζω |
| εσύ | ανασκευάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκευάζει |
| εμείς | ανασκευάζουμε |
| εσείς | ανασκευάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκευάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανασκεύαζα |
| εσύ | ανασκεύαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκεύαζε |
| εμείς | ανασκευάζαμε |
| εσείς | ανασκευάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκεύαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ανασκεύασα |
| εσύ | ανασκεύασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκεύασε |
| εμείς | ανασκευάσαμε |
| εσείς | ανασκευάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκεύασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανασκευάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανασκευάσω |
| εσύ | ανασκευάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκευάσει |
| εμείς | ανασκευάσουμε |
| εσείς | ανασκευάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκευάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανασκεύαζε |
| εσείς | ανασκευάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανασκεύασε |
| εσείς | ανασκευάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανασκευάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασκευάζομαι |
| εσύ | ανασκευάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκευάζεται |
| εμείς | ανασκευαζόμαστε |
| εσείς | ανασκευάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκευάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανασκευαζόμουν |
| εσύ | ανασκευαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκευαζόταν |
| εμείς | ανασκευαζόμασταν |
| εσείς | ανασκευαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκευάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανασκευάστηκα |
| εσύ | ανασκευάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκευάστηκε |
| εμείς | ανασκευαστήκαμε |
| εσείς | ανασκευαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκευάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανασκευαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανασκευαστώ |
| εσύ | ανασκευαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκευαστεί |
| εμείς | ανασκευαστούμε |
| εσείς | ανασκευαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκευαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανασκευάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανασκευάσου |
| εσείς | ανασκευαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανασκευαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.