Conjugation of ανασκάπτω
a.naˈska.ptoκάνω ανασκαφές (η περίφραση είναι πλέον πιο συνήθης από το μονολεκτικό ρήμα), σκάβω για να βρω αρχαία η παλαιότερα αντικείμενα, λείψανα, οικοδομήματα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασκάπτω (ανασκάβω →) |
| εσύ | ανασκάπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκάπτει |
| εμείς | ανασκάπτουμε |
| εσείς | ανασκάπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκάπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέσκαπτα |
| εσύ | ανέσκαπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέσκαπτε |
| εμείς | ανασκάπταμε |
| εσείς | ανασκάπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέσκαπταν |
Αόριστος
| εγώ | ανέσκαψα |
| εσύ | ανέσκαψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέσκαψε |
| εμείς | ανασκάψαμε |
| εσείς | ανασκάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέσκαψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανασκάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανασκάψω |
| εσύ | ανασκάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκάψει |
| εμείς | ανασκάψουμε |
| εσείς | ανασκάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκάψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάσκαπτε |
| εσείς | ανασκάπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάσκαψε |
| εσείς | ανασκάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανασκάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανασκάπτομαι |
| εσύ | ανασκάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκάπτεται |
| εμείς | ανασκαπτόμαστε |
| εσείς | ανασκάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκάπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανασκαπτόμουν |
| εσύ | ανασκαπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκαπτόταν |
| εμείς | ανασκαπτόμασταν |
| εσείς | ανασκαπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκάπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανασκάφηκα |
| εσύ | ανασκάφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκάφηκε |
| εμείς | ανασκαφήκαμε |
| εσείς | ανασκαφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκάφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανασκαφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανασκαφώ |
| εσύ | ανασκαφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανασκαφεί |
| εμείς | ανασκαφούμε |
| εσείς | ανασκαφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανασκαφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανασκάπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανασκάψου |
| εσείς | ανασκαφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανασκαφεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.