HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανασκάβω — definition

Conjugation of ανασκάβω

Regular CEFR B2
a.naˈska.vo

διενεργώ ανασκαφή (άλλη γραφή και προφορά του ανασκάπτω) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανασκάβω
εσύ ανασκάβεις
αυτός / αυτή / αυτό ανασκάβει
εμείς ανασκάβουμε
εσείς ανασκάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανασκάβουν
Παρατατικός
εγώ ανέσκαβα
εσύ ανέσκαβες
αυτός / αυτή / αυτό ανέσκαβε
εμείς ανασκάβαμε
εσείς ανασκάβατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέσκαβαν
Αόριστος
εγώ ανέσκαψα
εσύ ανέσκαψες
αυτός / αυτή / αυτό ανέσκαψε
εμείς ανασκάψαμε
εσείς ανασκάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέσκαψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανασκάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανασκάψω
εσύ ανασκάψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανασκάψει
εμείς ανασκάψουμε
εσείς ανασκάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανασκάψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάσκαβε
εσείς ανασκάβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάσκαψε
εσείς ανασκάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανασκάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανασκάβομαι
εσύ ανασκάβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανασκάβεται
εμείς ανασκαβόμαστε
εσείς ανασκάβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανασκάβονται
Παρατατικός
εγώ ανασκαβόμουν
εσύ ανασκαβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανασκαβόταν
εμείς ανασκαβόμασταν
εσείς ανασκαβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανασκάβονταν
Αόριστος
εγώ ανασκάφτηκα
εσύ ανασκάφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανασκάφτηκε
εμείς ανασκαφτήκαμε
εσείς ανασκαφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανασκάφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανασκαφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανασκαφτώ
εσύ ανασκαφτείς
αυτός / αυτή / αυτό ανασκαφτεί
εμείς ανασκαφτούμε
εσείς ανασκαφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανασκαφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανασκάβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανασκάψου
εσείς ανασκαφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανασκαφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary