HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναρτώ — definition

Conjugation of αναρτώ

Regular CEFR B1
a.naɾˈto

αγγλικά post: δημοσιεύω άρθρο, γνώμη στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναρτώ
εσύ αναρτάς
αυτός / αυτή / αυτό αναρτά
εμείς αναρτούμε
εσείς αναρτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναρτούν
Παρατατικός
εγώ αναρτούσα
εσύ αναρτούσες
αυτός / αυτή / αυτό αναρτούσε
εμείς αναρτούσαμε
εσείς αναρτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναρτούσαν
Αόριστος
εγώ ανάρτησα
εσύ ανάρτησες
αυτός / αυτή / αυτό ανάρτησε
εμείς αναρτήσαμε
εσείς αναρτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάρτησαv
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναρτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναρτήσω
εσύ αναρτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναρτήσει
εμείς αναρτήσουμε
εσείς αναρτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναρτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναρτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάρτησε
εσείς αναρτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναρτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναρτώμαι
εσύ αναρτάσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναρτάται
εμείς αναρτόμαστε
εσείς αναρτάστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναρτώνται
Αόριστος
εγώ αναρτήθηκα
εσύ αναρτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναρτήθηκε
εμείς αναρτηθήκαμε
εσείς αναρτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναρτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναρτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναρτηθώ
εσύ αναρτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναρτηθεί
εμείς αναρτηθούμε
εσείς αναρτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναρτηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναρτήσου
εσείς αναρτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναρτηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary