Conjugation of αναρτώ
a.naɾˈtoαγγλικά post: δημοσιεύω άρθρο, γνώμη στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναρτώ |
| εσύ | αναρτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναρτά |
| εμείς | αναρτούμε |
| εσείς | αναρτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναρτούν |
Παρατατικός
| εγώ | αναρτούσα |
| εσύ | αναρτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναρτούσε |
| εμείς | αναρτούσαμε |
| εσείς | αναρτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναρτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ανάρτησα |
| εσύ | ανάρτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάρτησε |
| εμείς | αναρτήσαμε |
| εσείς | αναρτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάρτησαv |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναρτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναρτήσω |
| εσύ | αναρτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναρτήσει |
| εμείς | αναρτήσουμε |
| εσείς | αναρτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναρτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναρτάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάρτησε |
| εσείς | αναρτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναρτήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναρτώμαι |
| εσύ | αναρτάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναρτάται |
| εμείς | αναρτόμαστε |
| εσείς | αναρτάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναρτώνται |
Αόριστος
| εγώ | αναρτήθηκα |
| εσύ | αναρτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναρτήθηκε |
| εμείς | αναρτηθήκαμε |
| εσείς | αναρτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναρτήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναρτηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναρτηθώ |
| εσύ | αναρτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναρτηθεί |
| εμείς | αναρτηθούμε |
| εσείς | αναρτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναρτηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναρτήσου |
| εσείς | αναρτηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναρτηθεί |