HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναπτύσσω — definition

Conjugation of αναπτύσσω

Regular CEFR B2
a.naˈpti.so

παρουσιάζω ένα θέμα εξηγώντας τα βασικά του στοιχεία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπτύσσω
εσύ αναπτύσσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπτύσσει
εμείς αναπτύσσουμε
εσείς αναπτύσσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπτύσσουν
Παρατατικός
εγώ ανέπτυσσα
εσύ ανέπτυσσες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπτυσσε
εμείς αναπτύσσαμε
εσείς αναπτύσσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπτυσσαν
Αόριστος
εγώ ανέπτυξα
εσύ ανέπτυξες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπτυξε
εμείς αναπτύξαμε
εσείς αναπτύξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπτυξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπτύξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπτύξω
εσύ αναπτύξεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπτύξει
εμείς αναπτύξουμε
εσείς αναπτύξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπτύξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάπτυσσε
εσείς αναπτύσσετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάπτυξε
εσείς αναπτύξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπτύξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπτύσσομαι
εσύ αναπτύσσεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναπτύσσεται
εμείς αναπτυσσόμαστε
εσείς αναπτύσσεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπτύσσονται
Παρατατικός
εγώ αναπτυσσόμουν
εσύ αναπτυσσόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναπτυσσόταν
εμείς αναπτυσσόμασταν
εσείς αναπτυσσόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναπτύσσονταν
Αόριστος
εγώ αναπτύχθηκα
εσύ αναπτύχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναπτύχθηκε
εμείς αναπτυχθήκαμε
εσείς αναπτυχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπτύχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπτυχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπτυχθώ
εσύ αναπτυχθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναπτυχθεί
εμείς αναπτυχθούμε
εσείς αναπτυχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπτυχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναπτύσσεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναπτύξου
εσείς αναπτυχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπτυχθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary