Conjugation of αναπολώ
a.na.poˈloνοσταλγώ κάποιες στιγμές από το παρελθόν και τις φέρνω στη μνήμη μου, στρέφομαι στο παρελθόν και μου λείπει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναπολώ |
| εσύ | αναπολείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπολεί |
| εμείς | αναπολούμε |
| εσείς | αναπολείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπολούν |
Παρατατικός
| εγώ | αναπολούσα |
| εσύ | αναπολούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπολούσε |
| εμείς | αναπολούσαμε |
| εσείς | αναπολούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπολούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αναπόλησα |
| εσύ | αναπόλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπόλησε |
| εμείς | αναπολήσαμε |
| εσείς | αναπολήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπόλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναπολήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναπολήσω |
| εσύ | αναπολήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπολήσει |
| εμείς | αναπολήσουμε |
| εσείς | αναπολήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπολήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναπολείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναπόλησε |
| εσείς | αναπολήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναπολήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.