HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναπολώ — definition

Conjugation of αναπολώ

Regular CEFR C2
a.na.poˈlo

νοσταλγώ κάποιες στιγμές από το παρελθόν και τις φέρνω στη μνήμη μου, στρέφομαι στο παρελθόν και μου λείπει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπολώ
εσύ αναπολείς
αυτός / αυτή / αυτό αναπολεί
εμείς αναπολούμε
εσείς αναπολείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπολούν
Παρατατικός
εγώ αναπολούσα
εσύ αναπολούσες
αυτός / αυτή / αυτό αναπολούσε
εμείς αναπολούσαμε
εσείς αναπολούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπολούσαν
Αόριστος
εγώ αναπόλησα
εσύ αναπόλησες
αυτός / αυτή / αυτό αναπόλησε
εμείς αναπολήσαμε
εσείς αναπολήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπόλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπολήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπολήσω
εσύ αναπολήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπολήσει
εμείς αναπολήσουμε
εσείς αναπολήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπολήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναπολείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναπόλησε
εσείς αναπολήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπολήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary