HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναποδίζω — definition

Conjugation of αναποδίζω

Regular CEFR B2
a.na.poˈði.zo

to go backwards, reverse, go astern (mainly of ships, engines, machines) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναποδίζω
εσύ αναποδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αναποδίζει
εμείς αναποδίζουμε
εσείς αναποδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναποδίζουν
Παρατατικός
εγώ αναπόδιζα
εσύ αναπόδιζες
αυτός / αυτή / αυτό αναπόδιζε
εμείς αναποδίζαμε
εσείς αναποδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπόδιζαν
Αόριστος
εγώ αναπόδισα
εσύ αναπόδισες
αυτός / αυτή / αυτό αναπόδισε
εμείς αναποδίσαμε
εσείς αναποδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπόδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναποδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναποδίσω
εσύ αναποδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναποδίσει
εμείς αναποδίσουμε
εσείς αναποδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναποδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αναπόδιζε
εσείς αναποδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναπόδισε
εσείς αναποδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναποδίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary