Conjugation of αναποδίζω
a.na.poˈði.zoto go backwards, reverse, go astern (mainly of ships, engines, machines) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναποδίζω |
| εσύ | αναποδίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναποδίζει |
| εμείς | αναποδίζουμε |
| εσείς | αναποδίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναποδίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | αναπόδιζα |
| εσύ | αναπόδιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπόδιζε |
| εμείς | αναποδίζαμε |
| εσείς | αναποδίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπόδιζαν |
Αόριστος
| εγώ | αναπόδισα |
| εσύ | αναπόδισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπόδισε |
| εμείς | αναποδίσαμε |
| εσείς | αναποδίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπόδισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναποδίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναποδίσω |
| εσύ | αναποδίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναποδίσει |
| εμείς | αναποδίσουμε |
| εσείς | αναποδίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναποδίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αναπόδιζε |
| εσείς | αναποδίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναπόδισε |
| εσείς | αναποδίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναποδίσει |