Conjugation of αναπνέω
a.naˈpne.oανακουφίζομαι αφού φεύγει ένα ψυχικό βάρος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναπνέω |
| εσύ | αναπνέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπνέει |
| εμείς | αναπνέουμε |
| εσείς | αναπνέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπνέουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέπνεα |
| εσύ | ανέπνεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέπνεε |
| εμείς | αναπνέαμε |
| εσείς | αναπνέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέπνεαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέπνευσα |
| εσύ | ανέπνευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέπνευσε |
| εμείς | αναπνεύσαμε |
| εσείς | αναπνεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέπνευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναπνεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναπνεύσω |
| εσύ | αναπνεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπνεύσει |
| εμείς | αναπνεύσουμε |
| εσείς | αναπνεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπνεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάπνεε |
| εσείς | αναπνέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάπνευσε |
| εσείς | αναπνεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναπνεύσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.