HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναπνέω — definition

Conjugation of αναπνέω

Regular CEFR C2
a.naˈpne.o

ανακουφίζομαι αφού φεύγει ένα ψυχικό βάρος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπνέω
εσύ αναπνέεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπνέει
εμείς αναπνέουμε
εσείς αναπνέετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπνέουν
Παρατατικός
εγώ ανέπνεα
εσύ ανέπνεες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπνεε
εμείς αναπνέαμε
εσείς αναπνέατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπνεαν
Αόριστος
εγώ ανέπνευσα
εσύ ανέπνευσες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπνευσε
εμείς αναπνεύσαμε
εσείς αναπνεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπνεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπνεύσω
εσύ αναπνεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπνεύσει
εμείς αναπνεύσουμε
εσείς αναπνεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπνεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάπνεε
εσείς αναπνέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάπνευσε
εσείς αναπνεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπνεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary