HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναπλέω — definition

Conjugation of αναπλέω

Regular CEFR B1
a.naˈple.o

αναχωρώ από την ακτή ή από το λιμάνι στα ανοιχτά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπλέω
εσύ αναπλέεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπλέει
εμείς αναπλέουμε
εσείς αναπλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπλέουν
Παρατατικός
εγώ ανέπλεα
εσύ ανέπλεες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπλεε
εμείς αναπλέαμε
εσείς αναπλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπλεαν
Αόριστος
εγώ ανέπλευσα
εσύ ανέπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπλευσε
εμείς αναπλεύσαμε
εσείς αναπλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπλεύσω
εσύ αναπλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπλεύσει
εμείς αναπλεύσουμε
εσείς αναπλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπλεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάπλεε
εσείς αναπλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάπλευσε
εσείς αναπλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπλεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary