Conjugation of αναπλέω
a.naˈple.oαναχωρώ από την ακτή ή από το λιμάνι στα ανοιχτά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναπλέω |
| εσύ | αναπλέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπλέει |
| εμείς | αναπλέουμε |
| εσείς | αναπλέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπλέουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέπλεα |
| εσύ | ανέπλεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέπλεε |
| εμείς | αναπλέαμε |
| εσείς | αναπλέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέπλεαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέπλευσα |
| εσύ | ανέπλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέπλευσε |
| εμείς | αναπλεύσαμε |
| εσείς | αναπλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέπλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναπλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναπλεύσω |
| εσύ | αναπλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπλεύσει |
| εμείς | αναπλεύσουμε |
| εσείς | αναπλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπλεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάπλεε |
| εσείς | αναπλέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάπλευσε |
| εσείς | αναπλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναπλεύσει |