HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναπαύω — definition

Conjugation of αναπαύω

Regular CEFR B1
a.naˈpa.vo

ξεκουράζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπαύω
εσύ αναπαύεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπαύει
εμείς αναπαύουμε
εσείς αναπαύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαύουν
Παρατατικός
εγώ ανέπαυα
εσύ ανέπαυες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπαυε
εμείς αναπαύαμε
εσείς αναπαύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπαυαν
Αόριστος
εγώ ανέπαυσα
εσύ ανέπαυσες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπαυσε
εμείς αναπαύσαμε
εσείς αναπαύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπαυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπαύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπαύσω
εσύ αναπαύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπαύσει
εμείς αναπαύσουμε
εσείς αναπαύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάπαυε
εσείς αναπαύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάπαυσε
εσείς αναπαύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπαύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπαύομαι
εσύ αναπαύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναπαύεται
εμείς αναπαυόμαστε
εσείς αναπαύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαύονται
Παρατατικός
εγώ αναπαυόμουν
εσύ αναπαυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναπαυόταν
εμείς αναπαυόμασταν
εσείς αναπαυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαύονταν
Αόριστος
εγώ αναπαύθηκα
εσύ αναπαύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναπαύθηκε
εμείς αναπαυθήκαμε
εσείς αναπαυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπαυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπαυθώ
εσύ αναπαυθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναπαυθεί
εμείς αναπαυθούμε
εσείς αναπαυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναπαύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναπαύσου
εσείς αναπαυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπαυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary