HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναπάλλω — definition

Conjugation of αναπάλλω

Regular CEFR B2
a.naˈpa.lo

πάλλω κάτι προς τα πάνω, το κινώ, το τινάζω προς τα πάνω, το σείω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπάλλω
εσύ αναπάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπάλλει
εμείς αναπάλλουμε
εσείς αναπάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπάλλουν
Παρατατικός
εγώ ανέπαλλα
εσύ ανέπαλλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπαλλε
εμείς αναπάλλαμε
εσείς αναπάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπαλλαν
Αόριστος
εγώ ανέπαλα
εσύ ανέπαλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέπαλε
εμείς αναπάλαμε
εσείς αναπάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέπαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναπάλω
εσύ αναπάλεις
αυτός / αυτή / αυτό αναπάλει
εμείς αναπάλουμε
εσείς αναπάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναπάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αναπάλτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναπάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναπάλλομαι
εσύ αναπάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναπάλλεται
εμείς αναπαλλόμαστε
εσείς αναπάλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπάλλονται
Παρατατικός
εγώ αναπαλλόμουν
εσύ ανπαλλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναπαλλόταν
εμείς αναπαλλόμασταν
εσείς αναπαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναπάλλονταν
Αόριστος
εσύ αναπάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναπάλθηκε
εμείς αναπαλθήκαμε
εσείς αναπαλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπάλθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναπαλθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εσύ αναπαλθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναπαλθεί
εμείς αναπαλθούμε
εσείς αναπαλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναπαλθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναπάλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αναπαλθείτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary