Conjugation of αναπάλλω
a.naˈpa.loπάλλω κάτι προς τα πάνω, το κινώ, το τινάζω προς τα πάνω, το σείω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναπάλλω |
| εσύ | αναπάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπάλλει |
| εμείς | αναπάλλουμε |
| εσείς | αναπάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπάλλουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέπαλλα |
| εσύ | ανέπαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέπαλλε |
| εμείς | αναπάλλαμε |
| εσείς | αναπάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέπαλλαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέπαλα |
| εσύ | ανέπαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέπαλε |
| εμείς | αναπάλαμε |
| εσείς | αναπάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέπαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναπάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναπάλω |
| εσύ | αναπάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπάλει |
| εμείς | αναπάλουμε |
| εσείς | αναπάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναπάλλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | αναπάλτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναπάλει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναπάλλομαι |
| εσύ | αναπάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπάλλεται |
| εμείς | αναπαλλόμαστε |
| εσείς | αναπάλλεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπάλλονται |
Παρατατικός
| εγώ | αναπαλλόμουν |
| εσύ | ανπαλλόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπαλλόταν |
| εμείς | αναπαλλόμασταν |
| εσείς | αναπαλλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπάλλονταν |
Αόριστος
| εσύ | αναπάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπάλθηκε |
| εμείς | αναπαλθήκαμε |
| εσείς | αναπαλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπάλθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναπαλθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εσύ | αναπαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναπαλθεί |
| εμείς | αναπαλθούμε |
| εσείς | αναπαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναπαλθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναπάλλεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | αναπαλθείτε |