HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανανεώνω — definition

Conjugation of ανανεώνω

Regular CEFR B2
a.na.neˈo.no

κάνω κάτι πιο νέο, πιο φρέσκο, πιο ζωηρό, πιο ακμαίο, πιο μοντέρνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανανεώνω
εσύ ανανεώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανανεώνει
εμείς ανανεώνουμε
εσείς ανανεώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανεώνουν
Παρατατικός
εγώ ανανέωνα
εσύ ανανέωνες
αυτός / αυτή / αυτό ανανέωνε
εμείς ανανεώναμε
εσείς ανανεώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανέωναν
Αόριστος
εγώ ανανέωσα
εσύ ανανέωσες
αυτός / αυτή / αυτό ανανέωσε
εμείς ανανεώσαμε
εσείς ανανεώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανέωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανανεώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανανεώσω
εσύ ανανεώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανανεώσει
εμείς ανανεώσουμε
εσείς ανανεώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανεώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανανέωνε
εσείς ανανεώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανανέωσε
εσείς ανανεώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανανεώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανανεώνομαι
εσύ ανανεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανανεώνεται
εμείς ανανεωνόμαστε
εσείς ανανεώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανεώνονται
Παρατατικός
εγώ ανανεωνόμουν
εσύ ανανεωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανανεωνόταν
εμείς ανανεωνόμασταν
εσείς ανανεωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανανεώνονταν
Αόριστος
εγώ ανανεώθηκα
εσύ ανανεώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανανεώθηκε
εμείς ανανεωθήκαμε
εσείς ανανεωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανεώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανανεωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανανεωθώ
εσύ ανανεωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανανεωθεί
εμείς ανανεωθούμε
εσείς ανανεωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανεωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανανεώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανανεώσου
εσείς ανανεωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανανεωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary