HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανανήφω — definition

Conjugation of ανανήφω

Regular CEFR B1
a.naˈni.fo

επανέρχομαι σε πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο ο οποίος θεωρείται κοινώς αποδεκτός ή από τον οποίο έχω αποχωρήσει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανανήφω
εσύ ανανήφεις
αυτός / αυτή / αυτό ανανήφει
εμείς ανανήφουμε
εσείς ανανήφετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανήφουν
Παρατατικός
εγώ ανένηφα
εσύ ανένηφες
αυτός / αυτή / αυτό ανένηφε
εμείς ανανήφαμε
εσείς ανανήφατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανένηφαν
Αόριστος
εγώ ανένηψα
εσύ ανένηψες
αυτός / αυτή / αυτό ανένηψε
εμείς ανανήψαμε
εσείς ανανήψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανένηψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανανήψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανανήψω
εσύ ανανήψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανανήψει
εμείς ανανήψουμε
εσείς ανανήψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανανήψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάνηφε
εσείς ανανήφετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάνηψε
εσείς ανανήψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανανήψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary