Conjugation of ανανήφω
a.naˈni.foεπανέρχομαι σε πολιτικό ή ιδεολογικό χώρο ο οποίος θεωρείται κοινώς αποδεκτός ή από τον οποίο έχω αποχωρήσει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανανήφω |
| εσύ | ανανήφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανανήφει |
| εμείς | ανανήφουμε |
| εσείς | ανανήφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανανήφουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανένηφα |
| εσύ | ανένηφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανένηφε |
| εμείς | ανανήφαμε |
| εσείς | ανανήφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανένηφαν |
Αόριστος
| εγώ | ανένηψα |
| εσύ | ανένηψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανένηψε |
| εμείς | ανανήψαμε |
| εσείς | ανανήψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανένηψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανανήψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανανήψω |
| εσύ | ανανήψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανανήψει |
| εμείς | ανανήψουμε |
| εσείς | ανανήψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανανήψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάνηφε |
| εσείς | ανανήφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάνηψε |
| εσείς | ανανήψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανανήψει |