HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναλώνω — definition

Conjugation of αναλώνω

Regular CEFR B1
a.naˈlo.no

ξοδεύω χρόνο, χρήμα, δυνάμεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναλώνω
εσύ αναλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αναλώνει
εμείς αναλώνουμε
εσείς αναλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλώνουν
Παρατατικός
εγώ ανάλωνα
εσύ ανάλωνες
αυτός / αυτή / αυτό ανάλωνε
εμείς αναλώναμε
εσείς αναλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάλωναν
Αόριστος
εγώ ανάλωσα
εσύ ανάλωσες
αυτός / αυτή / αυτό ανάλωσε
εμείς αναλώσαμε
εσείς αναλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναλώσω
εσύ αναλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναλώσει
εμείς αναλώσουμε
εσείς αναλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάλωνε
εσείς αναλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάλωσε
εσείς αναλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναλώνομαι
εσύ αναλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναλώνεται
εμείς αναλωνόμαστε
εσείς αναλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλώνονται
Παρατατικός
εγώ αναλωνόμουν
εσύ αναλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναλωνόταν
εμείς αναλωνόμασταν
εσείς αναλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναλώνονταν
Αόριστος
εγώ αναλώθηκα
εσύ αναλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναλώθηκε
εμείς αναλωθήκαμε
εσείς αναλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναλωθώ
εσύ αναλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναλωθεί
εμείς αναλωθούμε
εσείς αναλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναλώσου
εσείς αναλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary