HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναλώ — definition

Conjugation of αναλώ

Regular CEFR B1
anaˈlo

to melt (make something liquid by heat) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναλάω
εσύ αναλάς
αυτός / αυτή / αυτό αναλάει
εμείς αναλάμε
εσείς αναλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλάνε
Παρατατικός
εγώ αναλούσα
εσύ αναλούσες
αυτός / αυτή / αυτό αναλούσε
εμείς αναλούσαμε
εσείς αναλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναλάω
εσύ θα αναλάς
αυτός / αυτή / αυτό θα αναλάει
εμείς θα αναλάμε
εσείς θα αναλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αναλάν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναλάτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary