HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναλογώ — definition

Conjugation of αναλογώ

Regular CEFR B1
a.na.loˈɣo

αξίζω, αντιστοιχώ με κάποιο παράγοντα, είμαι ανάλογο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναλογώ
εσύ αναλογείς
αυτός / αυτή / αυτό αναλογεί
εμείς αναλογούμε
εσείς αναλογείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλογούν
Παρατατικός
εγώ αναλογούσα
εσύ αναλογούσες
αυτός / αυτή / αυτό αναλογούσε
εμείς αναλογούσαμε
εσείς αναλογούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναλογούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αναλογώ
εσύ θα αναλογείς
αυτός / αυτή / αυτό θα αναλογεί
εμείς θα αναλογούμε
εσείς θα αναλογείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα αναλογούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναλογείτε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary