Conjugation of ανακύπτω
a.naˈci.ptoπαρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, προκύπτω (ξαφνικά) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακύπτω |
| εσύ | ανακύπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακύπτει |
| εμείς | ανακύπτουμε |
| εσείς | ανακύπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακύπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέκυπτα |
| εσύ | ανέκυπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκυπτε |
| εμείς | ανακύπταμε |
| εσείς | ανακύπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκυπταν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκυψα |
| εσύ | ανέκυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκυψε |
| εμείς | ανακύψαμε |
| εσείς | ανακύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκυψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακύψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακύψω |
| εσύ | ανακύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακύψει |
| εμείς | ανακύψουμε |
| εσείς | ανακύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακύψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακύπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ανακύψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακύψει |