HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακύπτω — definition

Conjugation of ανακύπτω

Regular CEFR B2
a.naˈci.pto

παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, προκύπτω (ξαφνικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακύπτω
εσύ ανακύπτεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακύπτει
εμείς ανακύπτουμε
εσείς ανακύπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακύπτουν
Παρατατικός
εγώ ανέκυπτα
εσύ ανέκυπτες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκυπτε
εμείς ανακύπταμε
εσείς ανακύπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκυπταν
Αόριστος
εγώ ανέκυψα
εσύ ανέκυψες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκυψε
εμείς ανακύψαμε
εσείς ανακύψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκυψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακύψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακύψω
εσύ ανακύψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακύψει
εμείς ανακύψουμε
εσείς ανακύψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακύψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακύπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ανακύψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακύψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary