Conjugation of ανακτώ
a.naˈktoεπαναφέρω τα δεδομένα μου μετά από καταστροφή του σκληρού δίσκου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακτώ |
| εσύ | ανακτάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακτά |
| εμείς | ανακτούμε |
| εσείς | ανακτάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακτούν |
Παρατατικός
| εγώ | ανακτούσα |
| εσύ | ανακτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακτούσε |
| εμείς | ανακτούσαμε |
| εσείς | ανακτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκτησα |
| εσύ | ανέκτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκτησε |
| εμείς | ανακτήσαμε |
| εσείς | ανακτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκτησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακτήσω |
| εσύ | ανακτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακτήσει |
| εμείς | ανακτήσουμε |
| εσείς | ανακτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακτάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανέκτησε |
| εσείς | ανακτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακτήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακτώμαι |
| εσύ | ανακτάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακτάται |
| εμείς | ανακτόμαστε |
| εσείς | ανακτάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακτώνται |
Αόριστος
| εγώ | ανακτήθηκα |
| εσύ | ανακτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακτήθηκε |
| εμείς | ανακτηθήκαμε |
| εσείς | ανακτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακτήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακτηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακτηθώ |
| εσύ | ανακτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακτηθεί |
| εμείς | ανακτηθούμε |
| εσείς | ανακτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακτηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακτήσου |
| εσείς | ανακτηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακτηθεί |