HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακρίνω — definition

Conjugation of ανακρίνω

Regular CEFR C2
a.naˈkɾi.no

εξετάζω ένα άτομο με αυστηρό τρόπο, με σκοπό να εκμαιεύσω από αυτό κάποια πληροφορία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακρίνω
εσύ ανακρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακρίνει
εμείς ανακρίνουμε
εσείς ανακρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρίνουν
Παρατατικός
εγώ ανέκρινα
εσύ ανέκρινες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκρινε
εμείς ανακρίναμε
εσείς ανακρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκριναν
Αόριστος
εγώ ανέκρινα
εσύ ανέκρινες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκρινε
εμείς ανακρίναμε
εσείς ανακρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκριναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακρίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακρίνω
εσύ ανακρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακρίνει
εμείς ανακρίνουμε
εσείς ανακρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάκρινε
εσείς ανακρίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάκρινε
εσείς ανακρίνετε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακρίνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακρίνομαι
εσύ ανακρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανακρίνεται
εμείς ανακρινόμαστε
εσείς ανακρίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρίνονται
Παρατατικός
εγώ ανακρινόμουν
εσύ ανακρινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανακρινόταν
εμείς ανακρινόμασταν
εσείς ανακρινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρίνονταν
Αόριστος
εγώ ανακρίθηκα
εσύ ανακρίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανακρίθηκε
εμείς ανακριθήκαμε
εσείς ανακριθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρίθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακριθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακριθώ
εσύ ανακριθείς
αυτός / αυτή / αυτό ανακριθεί
εμείς ανακριθούμε
εσείς ανακριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακριθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακρίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ανακριθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακριθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary