Conjugation of ανακρίνω
a.naˈkɾi.noεξετάζω ένα άτομο με αυστηρό τρόπο, με σκοπό να εκμαιεύσω από αυτό κάποια πληροφορία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακρίνω |
| εσύ | ανακρίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρίνει |
| εμείς | ανακρίνουμε |
| εσείς | ανακρίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέκρινα |
| εσύ | ανέκρινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκρινε |
| εμείς | ανακρίναμε |
| εσείς | ανακρίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκριναν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκρινα |
| εσύ | ανέκρινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκρινε |
| εμείς | ανακρίναμε |
| εσείς | ανακρίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκριναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακρίνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακρίνω |
| εσύ | ανακρίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρίνει |
| εμείς | ανακρίνουμε |
| εσείς | ανακρίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρίνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάκρινε |
| εσείς | ανακρίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάκρινε |
| εσείς | ανακρίνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακρίνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακρίνομαι |
| εσύ | ανακρίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρίνεται |
| εμείς | ανακρινόμαστε |
| εσείς | ανακρίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανακρινόμουν |
| εσύ | ανακρινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρινόταν |
| εμείς | ανακρινόμασταν |
| εσείς | ανακρινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανακρίθηκα |
| εσύ | ανακρίθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρίθηκε |
| εμείς | ανακριθήκαμε |
| εσείς | ανακριθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρίθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακριθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακριθώ |
| εσύ | ανακριθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακριθεί |
| εμείς | ανακριθούμε |
| εσείς | ανακριθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακριθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακρίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ανακριθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακριθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.