Conjugation of ανακράζω
a.naˈkra.zoφωνάζω δυνατά για να ακουστώ μακριά, συνήθως όταν θριαμβολογώ ή ζητωκραυγάζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακράζω |
| εσύ | ανακράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακράζει |
| εμείς | ανακράζουμε |
| εσείς | ανακράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέκραζα |
| εσύ | ανέκραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκραζε |
| εμείς | ανακράζαμε |
| εσείς | ανακράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκραζαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκραξα |
| εσύ | ανέκραξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκραξε |
| εμείς | ανακράξαμε |
| εσείς | ανακράξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκραξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακράξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακράξω |
| εσύ | ανακράξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακράξει |
| εμείς | ανακράξουμε |
| εσείς | ανακράξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακράξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανέκραζε |
| εσείς | ανακράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανέκραξε |
| εσείς | ανακράξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακράξει |