HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακράζω — definition

Conjugation of ανακράζω

Regular CEFR B2
a.naˈkra.zo

φωνάζω δυνατά για να ακουστώ μακριά, συνήθως όταν θριαμβολογώ ή ζητωκραυγάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακράζω
εσύ ανακράζεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακράζει
εμείς ανακράζουμε
εσείς ανακράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακράζουν
Παρατατικός
εγώ ανέκραζα
εσύ ανέκραζες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκραζε
εμείς ανακράζαμε
εσείς ανακράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκραζαν
Αόριστος
εγώ ανέκραξα
εσύ ανέκραξες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκραξε
εμείς ανακράξαμε
εσείς ανακράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακράξω
εσύ ανακράξεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακράξει
εμείς ανακράξουμε
εσείς ανακράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανέκραζε
εσείς ανακράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανέκραξε
εσείς ανακράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακράξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary