Conjugation of ανακλώ
a.naˈkloδεν απορροφώ κύματα και εκτρέπω τη διεύθυνση διάδοσής τους, Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακλώ |
| εσύ | ανακλάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακλά |
| εμείς | ανακλούμε |
| εσείς | ανακλάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακλούν |
Παρατατικός
| εγώ | ανακλούσα |
| εσύ | ανακλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακλούσε |
| εμείς | ανακλούσαμε |
| εσείς | ανακλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακλούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ανάκλασα |
| εσύ | ανάκλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάκλασε |
| εμείς | ανακλάσαμε |
| εσείς | ανακλάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάκλασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακλάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακλάσω |
| εσύ | ανακλάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακλάσει |
| εμείς | ανακλάσουμε |
| εσείς | ανακλάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακλάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακλάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάκλασε |
| εσείς | ανακλάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακλάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακλώμαι |
| εσύ | ανακλάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακλάται |
| εμείς | ανακλόμαστε |
| εσείς | ανακλάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακλώνται |
Αόριστος
| εγώ | ανακλάστηκα |
| εσύ | ανακλάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακλάστηκε |
| εμείς | ανακλαστήκαμε |
| εσείς | ανακλαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακλάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακλαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακλαστώ |
| εσύ | ανακλαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακλαστεί |
| εμείς | ανακλαστούμε |
| εσείς | ανακλαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακλαστούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακλάσου |
| εσείς | ανακλαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακλαστεί |