HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακατεύω — definition

Conjugation of ανακατεύω

Regular CEFR C2
a.na.kaˈte.vo

κάνω ένα μείγμα από διάφορα υλικά και το ανακινώ ώστε να γίνει ομοιογενές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακατεύω
εσύ ανακατεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακατεύει
εμείς ανακατεύουμε
εσείς ανακατεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακατεύουν
Παρατατικός
εγώ ανακάτευα
εσύ ανακάτευες
αυτός / αυτή / αυτό ανακάτευε
εμείς ανακατεύαμε
εσείς ανακατεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακάτευαν
Αόριστος
εγώ ανακάτεψα
εσύ ανακάτεψες
αυτός / αυτή / αυτό ανακάτεψε
εμείς ανακατέψαμε
εσείς ανακατέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακάτεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακατέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακατέψω
εσύ ανακατέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακατέψει
εμείς ανακατέψουμε
εσείς ανακατέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακατέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανακάτευε
εσείς ανακατεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανακάτεψε
εσείς ανακατέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακατέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακατεύομαι
εσύ ανακατεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανακατεύεται
εμείς ανακατευόμαστε
εσείς ανακατεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακατεύονται
Παρατατικός
εγώ ανακατευόμουν
εσύ ανακατευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανακατευόταν
εμείς ανακατευόμασταν
εσείς ανακατευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανακατεύονταν
Αόριστος
εγώ ανακατεύτηκα
εσύ ανακατεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανακατεύτηκε
εμείς ανακατευτήκαμε
εσείς ανακατευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακατεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακατευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακατευτώ
εσύ ανακατευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ανακατευτεί
εμείς ανακατευτούμε
εσείς ανακατευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακατευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακατεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανακατέψου
εσείς ανακατευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακατευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary