Conjugation of ανακατεύω
a.na.kaˈte.voκάνω ένα μείγμα από διάφορα υλικά και το ανακινώ ώστε να γίνει ομοιογενές Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακατεύω |
| εσύ | ανακατεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακατεύει |
| εμείς | ανακατεύουμε |
| εσείς | ανακατεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακατεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανακάτευα |
| εσύ | ανακάτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακάτευε |
| εμείς | ανακατεύαμε |
| εσείς | ανακατεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακάτευαν |
Αόριστος
| εγώ | ανακάτεψα |
| εσύ | ανακάτεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακάτεψε |
| εμείς | ανακατέψαμε |
| εσείς | ανακατέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακάτεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακατέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακατέψω |
| εσύ | ανακατέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακατέψει |
| εμείς | ανακατέψουμε |
| εσείς | ανακατέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακατέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανακάτευε |
| εσείς | ανακατεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακάτεψε |
| εσείς | ανακατέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακατέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακατεύομαι |
| εσύ | ανακατεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακατεύεται |
| εμείς | ανακατευόμαστε |
| εσείς | ανακατεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακατεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανακατευόμουν |
| εσύ | ανακατευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακατευόταν |
| εμείς | ανακατευόμασταν |
| εσείς | ανακατευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακατεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανακατεύτηκα |
| εσύ | ανακατεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακατεύτηκε |
| εμείς | ανακατευτήκαμε |
| εσείς | ανακατευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακατεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακατευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακατευτώ |
| εσύ | ανακατευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακατευτεί |
| εμείς | ανακατευτούμε |
| εσείς | ανακατευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακατευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακατεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακατέψου |
| εσείς | ανακατευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακατευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.