Conjugation of αναιρώ
a.neˈɾoαναθεωρώ, αντικρούω ή αρνούμαι μια προηγούμενη άποψη, απόφασή ή δήλωσή μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναιρώ |
| εσύ | αναιρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρεί |
| εμείς | αναιρούμε |
| εσείς | αναιρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρούν |
Παρατατικός
| εγώ | αναιρούσα |
| εσύ | αναιρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρούσε |
| εμείς | αναιρούσαμε |
| εσείς | αναιρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αναίρεσα |
| εσύ | αναίρεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναίρεσε |
| εμείς | αναιρέσαμε |
| εσείς | αναιρέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναίρεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναιρέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναιρέσω |
| εσύ | αναιρέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρέσει |
| εμείς | αναιρέσουμε |
| εσείς | αναιρέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναιρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναίρεσε |
| εσείς | αναιρέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναιρέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναιρούμαι |
| εσύ | αναιρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρείται |
| εμείς | αναιρούμαστε |
| εσείς | αναιρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρούνταν |
| εμείς | αναιρούμασταν |
| εσείς | [αναιρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αναιρέθηκα |
| εσύ | αναιρέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρέθηκε |
| εμείς | αναιρεθήκαμε |
| εσείς | αναιρεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναιρεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναιρεθώ |
| εσύ | αναιρεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναιρεθεί |
| εμείς | αναιρεθούμε |
| εσείς | αναιρεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναιρεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναιρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναιρέσου |
| εσείς | αναιρεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναιρεθεί |