HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναιρώ — definition

Conjugation of αναιρώ

Regular CEFR B1
a.neˈɾo

αναθεωρώ, αντικρούω ή αρνούμαι μια προηγούμενη άποψη, απόφασή ή δήλωσή μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναιρώ
εσύ αναιρείς
αυτός / αυτή / αυτό αναιρεί
εμείς αναιρούμε
εσείς αναιρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρούν
Παρατατικός
εγώ αναιρούσα
εσύ αναιρούσες
αυτός / αυτή / αυτό αναιρούσε
εμείς αναιρούσαμε
εσείς αναιρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρούσαν
Αόριστος
εγώ αναίρεσα
εσύ αναίρεσες
αυτός / αυτή / αυτό αναίρεσε
εμείς αναιρέσαμε
εσείς αναιρέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναίρεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναιρέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναιρέσω
εσύ αναιρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναιρέσει
εμείς αναιρέσουμε
εσείς αναιρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναιρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναίρεσε
εσείς αναιρέστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναιρέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναιρούμαι
εσύ αναιρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναιρείται
εμείς αναιρούμαστε
εσείς αναιρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό αναιρούνταν
εμείς αναιρούμασταν
εσείς [αναιρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρούνταν
Αόριστος
εγώ αναιρέθηκα
εσύ αναιρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναιρέθηκε
εμείς αναιρεθήκαμε
εσείς αναιρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναιρεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναιρεθώ
εσύ αναιρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναιρεθεί
εμείς αναιρεθούμε
εσείς αναιρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναιρεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναιρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναιρέσου
εσείς αναιρεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναιρεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary