Conjugation of αναδεύω
a.naˈðe.voανακατεύω ένα υγρό μείγμα, με κάποιο εργαλείο ή ανακινώντας το ελαφρά, για να αναμειχθούν καλύτερα τα συστατικά του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναδεύω |
| εσύ | αναδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναδεύει |
| εμείς | αναδεύουμε |
| εσείς | αναδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανάδευα |
| εσύ | ανάδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάδευε |
| εμείς | αναδεύαμε |
| εσείς | αναδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάδευαν |
Αόριστος
| εγώ | ανάδεψα |
| εσύ | ανάδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανάδεψε |
| εμείς | αναδέψαμε |
| εσείς | αναδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανάδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναδέψω |
| εσύ | αναδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναδέψει |
| εμείς | αναδέψουμε |
| εσείς | αναδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάδευε |
| εσείς | αναδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάδεψε |
| εσείς | αναδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναδέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναδεύομαι |
| εσύ | αναδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναδεύεται |
| εμείς | αναδευόμαστε |
| εσείς | αναδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | αναδευόμουν |
| εσύ | αναδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναδευόταν |
| εμείς | αναδευόμασταν |
| εσείς | αναδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | αναδεύτηκα |
| εσύ | αναδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναδεύτηκε |
| εμείς | αναδευτήκαμε |
| εσείς | αναδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναδευτώ |
| εσύ | αναδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναδευτεί |
| εμείς | αναδευτούμε |
| εσείς | αναδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναδέψου |
| εσείς | αναδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναδευτεί |