HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναδεύω — definition

Conjugation of αναδεύω

Regular CEFR B1
a.naˈðe.vo

ανακατεύω ένα υγρό μείγμα, με κάποιο εργαλείο ή ανακινώντας το ελαφρά, για να αναμειχθούν καλύτερα τα συστατικά του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναδεύω
εσύ αναδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αναδεύει
εμείς αναδεύουμε
εσείς αναδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναδεύουν
Παρατατικός
εγώ ανάδευα
εσύ ανάδευες
αυτός / αυτή / αυτό ανάδευε
εμείς αναδεύαμε
εσείς αναδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάδευαν
Αόριστος
εγώ ανάδεψα
εσύ ανάδεψες
αυτός / αυτή / αυτό ανάδεψε
εμείς αναδέψαμε
εσείς αναδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανάδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναδέψω
εσύ αναδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αναδέψει
εμείς αναδέψουμε
εσείς αναδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάδευε
εσείς αναδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάδεψε
εσείς αναδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναδέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναδεύομαι
εσύ αναδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναδεύεται
εμείς αναδευόμαστε
εσείς αναδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναδεύονται
Παρατατικός
εγώ αναδευόμουν
εσύ αναδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναδευόταν
εμείς αναδευόμασταν
εσείς αναδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναδεύονταν
Αόριστος
εγώ αναδεύτηκα
εσύ αναδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναδεύτηκε
εμείς αναδευτήκαμε
εσείς αναδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναδευτώ
εσύ αναδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό αναδευτεί
εμείς αναδευτούμε
εσείς αναδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναδέψου
εσείς αναδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναδευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary