HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναγορεύω — definition

Conjugation of αναγορεύω

Regular CEFR B2
a.na.ɣoˈre.vo

απονέμω τίτλο ή αξίωμα στο πλαίσιο κάποιας τελετής Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αvαγορεύω
εσύ αvαγορεύεις
αυτός / αυτή / αυτό αvαγορεύει
εμείς αvαγορεύουμε
εσείς αvαγορεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγορεύουν
Παρατατικός
εγώ αvαγόρευα
εσύ αvαγόρευες
αυτός / αυτή / αυτό αvαγόρευε
εμείς αvαγορεύαμε
εσείς αvαγορεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγόρευαν
Αόριστος
εγώ αvαγόρευσα
εσύ αvαγόρευσες
αυτός / αυτή / αυτό αvαγόρευσε
εμείς αvαγορεύσαμε
εσείς αvαγορεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγόρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αvαγορεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αvαγορεύσω
εσύ αvαγορεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό αvαγορεύσει
εμείς αvαγορεύσουμε
εσείς αvαγορεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγορεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αvαγόρευε
εσείς αvαγορεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αvαγόρευσε
εσείς αvαγορεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
αvαγορεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αvαγορεύομαι
εσύ αvαγορεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αvαγορεύεται
εμείς αvαγορευόμαστε
εσείς αvαγορεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγορεύονται
Παρατατικός
εγώ αvαγορευόμουν
εσύ αvαγορευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αvαγορευόταν
εμείς αvαγορευόμασταν
εσείς αvαγορευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγορεύονταν
Αόριστος
εγώ αvαγορεύτηκα
εσύ αvαγορεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αvαγορεύτηκε
εμείς αvαγορευτήκαμε
εσείς αvαγορευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγορεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αvαγορευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αvαγορευτώ
εσύ αvαγορευτείς
αυτός / αυτή / αυτό αvαγορευτεί
εμείς αvαγορευτούμε
εσείς αvαγορευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αvαγορευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αvαγορεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αvαγορεύσου
εσείς αvαγορευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αvαγορευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary