Conjugation of αναγεννώ
a.na.ʝeˈnoκάνω κάτι να εμφανιστεί ξανά ακμαίο και σαν καινούργιο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναγεννώ - αναγεννάω |
| εσύ | αναγεννάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγεννά - αναγεννάει |
| εμείς | αναγεννούμε |
| εσείς | αναγεννάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγεννούν - αναγεννάνε |
Παρατατικός
| εγώ | αναγεννούσα |
| εσύ | αναγεννούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγεννούσε |
| εμείς | αναγεννούσαμε |
| εσείς | αναγεννούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγεννούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αναγέννησα |
| εσύ | αναγέννησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγέννησε |
| εμείς | αναγεννήσαμε |
| εσείς | αναγεννήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγέννησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναγεννήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναγεννήσω |
| εσύ | αναγεννήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγεννήσει |
| εμείς | αναγεννήσουμε |
| εσείς | αναγεννήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγεννήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | αναγέννα |
| εσείς | αναγεννάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναγέννησε |
| εσείς | αναγεννήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναγεννήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναγεννώμαι - αναγεννιέμαι |
| εσύ | αναγεννάσαι - αναγεννιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγεννάται - αναγεννιέται |
| εμείς | αναγεννόμαστε |
| εσείς | αναγεννάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγεννώνται - αναγεννιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | —² - αναγεννιόμουν |
| εσύ | — - αναγεννιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | {αναγεννάτο} - αναγεννιόταν |
| εμείς | — - αναγεννιόμασταν |
| εσείς | — - αναγεννιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | {αναγεννώντο} - αναγεννιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | αναγεννήθηκα |
| εσύ | αναγεννήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγεννήθηκε |
| εμείς | αναγεννηθήκαμε |
| εσείς | αναγεννηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγεννήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναγεννηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναγεννηθώ |
| εσύ | αναγεννηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναγεννηθεί |
| εμείς | αναγεννηθούμε |
| εσείς | αναγεννηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναγεννηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναγεννάστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναγεννήσου |
| εσείς | αναγεννηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναγεννηθεί |