HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναγεννώ — definition

Conjugation of αναγεννώ

Regular CEFR B2
a.na.ʝeˈno

κάνω κάτι να εμφανιστεί ξανά ακμαίο και σαν καινούργιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναγεννώ - αναγεννάω
εσύ αναγεννάς
αυτός / αυτή / αυτό αναγεννά - αναγεννάει
εμείς αναγεννούμε
εσείς αναγεννάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγεννούν - αναγεννάνε
Παρατατικός
εγώ αναγεννούσα
εσύ αναγεννούσες
αυτός / αυτή / αυτό αναγεννούσε
εμείς αναγεννούσαμε
εσείς αναγεννούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγεννούσαν
Αόριστος
εγώ αναγέννησα
εσύ αναγέννησες
αυτός / αυτή / αυτό αναγέννησε
εμείς αναγεννήσαμε
εσείς αναγεννήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγέννησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναγεννήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναγεννήσω
εσύ αναγεννήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναγεννήσει
εμείς αναγεννήσουμε
εσείς αναγεννήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγεννήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αναγέννα
εσείς αναγεννάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναγέννησε
εσείς αναγεννήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναγεννήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναγεννώμαι - αναγεννιέμαι
εσύ αναγεννάσαι - αναγεννιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναγεννάται - αναγεννιέται
εμείς αναγεννόμαστε
εσείς αναγεννάστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγεννώνται - αναγεννιούνται
Παρατατικός
εγώ —² - αναγεννιόμουν
εσύ — - αναγεννιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό {αναγεννάτο} - αναγεννιόταν
εμείς — - αναγεννιόμασταν
εσείς — - αναγεννιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά {αναγεννώντο} - αναγεννιόνταν
Αόριστος
εγώ αναγεννήθηκα
εσύ αναγεννήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναγεννήθηκε
εμείς αναγεννηθήκαμε
εσείς αναγεννηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγεννήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναγεννηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναγεννηθώ
εσύ αναγεννηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναγεννηθεί
εμείς αναγεννηθούμε
εσείς αναγεννηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναγεννηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναγεννάστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναγεννήσου
εσείς αναγεννηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναγεννηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary